Μετάφραση του "infeksjon" σε Ελληνικά
Οι λοίμωξη, Λοίμωξη, μόλυνση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "infeksjon" σε Ελληνικά.
-
λοίμωξη
noun feminineDe bensplintene som formentlig hadde forårsaket infeksjonen, ble fjernet, og fire bolter ble operert inn i benet mitt.
Μου αφαίρεσαν τα οστά που θεωρήθηκε ότι προξενούσαν τη λοίμωξη, και μου έβαλαν τέσσερα σίδερα στην κνήμη.
-
Λοίμωξη
Infeksjon: Ofte vil selv lette infeksjoner i luftveiene, som forkjølelse eller influensa, fremkalle astmaanfall eller forverre symptomene.
Λοίμωξη: Συχνά, μερικές ήπιες αναπνευστικές λοιμώξεις, όπως το κρυολόγημα ή η γρίπη, προκαλούν ασθματικές κρίσεις ή χειροτερεύουν τα συμπτώματα.
-
μόλυνση
noun femininePå overflaten kan en kvise se ut som et stygt sår, men årsaken er en underliggende infeksjon.
Επιφανειακά, το σπυράκι είναι ένα αντιαισθητικό εξάνθημα, αλλά η αιτία είναι μια βαθύτερη μόλυνση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " infeksjon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "infeksjon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα
-
Σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα