Μετάφραση του "intensitet" σε Ελληνικά
Οι ένταση, δριμύτητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intensitet" σε Ελληνικά.
intensitet
-
ένταση
noun feminineBruk litt mer styrke og intensitet enn du gjør i en vanlig samtale.
Να μιλάτε με λίγο μεγαλύτερη ένταση και ζωντάνια από ό,τι σε μια συνηθισμένη συζήτηση.
-
δριμύτητα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " intensitet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη