Μετάφραση του "isolert" σε Ελληνικά

Οι ανεξάρτητος, απομονωμένος, μεμονωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "isolert" σε Ελληνικά.

isolert
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ανεξάρτητος

    adjective masculine
  • απομονωμένος

    adjective masculine

    Det er ikke sunt å være så isolert.

    Ξέρεις, δεν είναι υγιές να είσαι τόσο απομονωμένος.

  • μεμονωμένος

    particle

    En bør ikke trekke den slutning at dette er et isolert tilfelle som bare forekommer i ett land.

    Ούτε θα έπρεπε να συμπεράνετε ότι αυτό είναι μόνον μια μεμονωμένη κατάστασις σε μια χώρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μοναδικός
    • περιστασιακός
    • χωριστός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " isolert " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "isolert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "isolert" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη