Μετάφραση του "isolator" σε Ελληνικά

Οι μονωτής, Μονωτής, μονωτήρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "isolator" σε Ελληνικά.

isolator
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • μονωτής

    noun masculine
  • Μονωτής

    σελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia

  • μονωτήρας

    noun

    Disse fargede skjellene er fylt med luft, slik at vingen blir svært lett, og luften fungerer også som en utmerket isolator for temperaturregulering.

    Αυτά τα πολύχρωμα λέπυρα περιέχουν αέρα που κάνει τα φτερά ελαφριά και ο οποίος ενεργεί ως έξοχος μονωτήρας για τον έλεγχο της θερμοκρασίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " isolator " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "isolator" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη