Μετάφραση του "kokekunst" σε Ελληνικά

Το μαγειρική είναι η μετάφραση του "kokekunst" σε Ελληνικά.

kokekunst
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • μαγειρική

    noun feminine

    Bambusskudd blir dessuten brukt som ingrediens i kinesisk og japansk kokekunst.

    Μάλιστα, τα βλαστάρια μπαμπού χρησιμοποιούνται στην κινέζικη και ιαπωνική μαγειρική.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kokekunst " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kokekunst" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη