Μετάφραση του "kokk" σε Ελληνικά

Οι μάγειρας, μάγειρος, μαγείρισσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kokk" σε Ελληνικά.

kokk γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • μάγειρας

    noun masculine

    person som lager mat profesjonelt

    Jeg har vært kokk i mange år, og jeg har derfor også grunnlag for å rose kjøkkenpersonalet.

    Υπήρξα μάγειρας για πολλά χρόνια και γι’ αυτό θέλω να επαινέσω το μαγειρικό σας προσωπικό, επίσης.

  • μάγειρος

    noun masculine
  • μαγείρισσα

    noun feminine

    Hun er mer en general enn soldat, men det må til av en kokk.

    Είναι πιο πολύ στρατηγός παρά στρατιώτης, αλλά χρειάζεται αυτό σε μια μαγείρισσα.

  • βράζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kokk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "kokk"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kokk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη