Μετάφραση του "korrosjon" σε Ελληνικά

Οι διάβρωση, Διάβρωση, οξίδωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "korrosjon" σε Ελληνικά.

korrosjon
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • διάβρωση

    noun feminine

    Monellmetall er en legering av nikkel og kobber med stor strekkfasthet og god motstandsevne mot korrosjon.

    Το μέταλλο Μονέλ είναι ένα κράμα νικελίου και χαλκού που έχει υψηλή αντοχή εφελκυσμού και είναι πολύ ανθεκτικό στη διάβρωση.

  • Διάβρωση

    Monellmetall er en legering av nikkel og kobber med stor strekkfasthet og god motstandsevne mot korrosjon.

    Το μέταλλο Μονέλ είναι ένα κράμα νικελίου και χαλκού που έχει υψηλή αντοχή εφελκυσμού και είναι πολύ ανθεκτικό στη διάβρωση.

  • οξίδωση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " korrosjon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "korrosjon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη