Μετάφραση του "korrigere" σε Ελληνικά

Οι ακριβής, προσαρμόζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "korrigere" σε Ελληνικά.

korrigere
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ακριβής

    adjective
  • προσαρμόζω

    Verb verb

    Hele organisasjonen begynner så på en harmonisk måte å følge en korrigert kurs, som er mer i samsvar med Jehovas åpenbarte vilje.

    Η όλη οργάνωσις κινείται ομαλά μέσα σε μια προσαρμοσμένη πορεία σε στενώτερη αρμονία με το αποκαλυμμένο θέλημα του Ιεχωβά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " korrigere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "korrigere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη