Μετάφραση του "kredittverdighet" σε Ελληνικά

Το πίστωση είναι η μετάφραση του "kredittverdighet" σε Ελληνικά.

kredittverdighet
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πίστωση

    noun feminine

    Det hender at de som skal undersøke kredittverdigheten, har det for travelt til å sjekke adressen og andre opplysninger i hvert enkelt tilfelle.

    Καθώς βιάζονται να ανοίξουν πίστωση, οι υπάλληλοι που ελέγχουν τα στοιχεία δεν επαληθεύουν πάντα τις πληροφορίες ή τις διευθύνσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kredittverdighet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kredittverdighet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη