Μετάφραση του "kropp" σε Ελληνικά

Οι σώμα, Σώμα, κορμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kropp" σε Ελληνικά.

kropp masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • σώμα

    noun neuter

    Sykelige forandringer oppstår når kroppen forsøker å reparere den skadede brusken.

    Ενώ το σώμα προσπαθεί να επιδιορθώσει τη βλάβη που έχει υποστεί ο χόνδρος λαβαίνουν χώρα παθολογοανατομικές αλλοιώσεις.

  • Σώμα

    Sykelige forandringer oppstår når kroppen forsøker å reparere den skadede brusken.

    Ενώ το σώμα προσπαθεί να επιδιορθώσει τη βλάβη που έχει υποστεί ο χόνδρος λαβαίνουν χώρα παθολογοανατομικές αλλοιώσεις.

  • κορμός

    noun masculine

    Beina i en og kroppen i den andre?

    Τα πόδια σε έναν, ο κορμός στον άλλο;

  • σάρκα

    noun feminine

    Det hersker ingen tvil om at tobakk og narkotika forurenser, eller besmitter, kroppen med mange skadelige kjemikalier.

    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο καπνός και τα ναρκωτικά μολύνουν τη σάρκα με πολλές βλαβερές χημικές ουσίες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kropp " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "kropp"

Φράσεις παρόμοιες με "kropp" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kropp" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη