Μετάφραση του "kroppsarbeid" σε Ελληνικά

Οι δουλειά, εργασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kroppsarbeid" σε Ελληνικά.

kroppsarbeid
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • δουλειά

    noun feminine
  • εργασία

    noun feminine

    Folk her utfører hardt kroppsarbeid, og deres største interesse er deres familieliv.

    Αυτοί οι άνθρωποι κάνουν σκληρή χειρονακτική εργασία και το κύριο ενδιαφέρον τους συγκεντρώνεται στην οικογενειακή ζωή του σπιτιού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kroppsarbeid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kroppsarbeid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη