Μετάφραση του "pels" σε Ελληνικά

Οι μαλλί, τρίχωμα, Γούνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pels" σε Ελληνικά.

pels masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • μαλλί

    noun neuter

    I tillegg melker de kamelene og tar godt vare på pelsen. Av kamelhår lager de klær, tepper og telt.

    Επίσης αρμέγουν την καμήλα και κόβουν προσεκτικά το μαλλί της για να φτιάξουν ρούχα, κουβέρτες και σκηνές.

  • τρίχωμα

    noun neuter

    Denne reinen er kortbent og har tykk, varm pels.

    Αυτός ο τάρανδος έχει κοντά πόδια με πυκνό, ζεστό τρίχωμα.

  • Γούνα

    kroppslig behåring hos dyr

    Jeg husket at bestefar brukte å dytte knoklene gjennom pelsen.

    Θυμήθηκα που ο παππούς συνηθιζε να, πιέζει την σπονδυλική στήλη μέσα από την γούνα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γουνόδερμα
    • γούνα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pels " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "pels"

Φράσεις παρόμοιες με "pels" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pels" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη