Μετάφραση του "pen" σε Ελληνικά

Οι ωραίος, αίθριος, εξαίσιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pen" σε Ελληνικά.

pen
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ωραίος

    adjective masculine

    De som ikke er like pene, og får vennene til å ta seg bedre ut.

    Αυτόν που δεν είναι τόσο ωραίος, κιετσι, κάνει τους κολλητούς του να φαίνονται καλύτεροι.

  • αίθριος

    adjective
  • εξαίσιος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υπέροχος
    • ωραίας
    • χαριτωμένος
    • ωραία
    • ωραίο
    • ελκυστικός
    • όμορφος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη