Μετάφραση του "predikant" σε Ελληνικά

Οι ιεροκήρυκας, Προσευχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "predikant" σε Ελληνικά.

predikant
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ιεροκήρυκας

    masculine

    person som forkynner kristen religion, ofte i en frikirkelig sammenheng.

    Barna byttet på å være predikant og Joseph.

    Κάθε παιδί με τη σειρά γινόταν ιεροκήρυκας και Τζόζεφ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " predikant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Predikant
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • Προσευχή

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "predikant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη