Μετάφραση του "predikat" σε Ελληνικά
Οι κατηγορούμενο, κατηγόρημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "predikat" σε Ελληνικά.
predikat
-
κατηγορούμενο
nounεπίθετο ή ουσιαστικό, που αποδίδει χαρακτηριστικό στο υποκείμενο μέσω συνδετικού ρήματος
Det som sies om den, nemlig at den «dro», er predikat.
Αυτό που λέγεται γι’ αυτό, δηλαδή, ότι «πήγε στην αγορά,» είναι το κατηγορούμενο.
-
κατηγόρημα
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " predikat " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη