Μετάφραση του "prinsipp" σε Ελληνικά

Οι δόγμα, αρχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prinsipp" σε Ελληνικά.

prinsipp γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • δόγμα

    noun neuter

    Dere overforenklet et prinsipp som har sine røtter i det okkulte og falsk religion.

    Υπεραπλουστεύσατε ένα δόγμα που έχει τις ρίζες του στον αποκρυφισμό και στην ψεύτικη θρησκεία.

  • αρχή

    noun feminine

    κανόνας που πρέπει να ακολουθείται ή είναι αναπόφευκτη συνέπεια από κάτι, όπως νόμοι που παρατηρούνται στη φύση

    Anvendelsen av kristne prinsipper er også positiv psykologi.

    Η εφαρμογή των Χριστιανικών αρχών είναι επίσης θετική ψυχολογία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prinsipp " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "prinsipp" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prinsipp" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη