Μετάφραση του "prisme" σε Ελληνικά
Οι πρίσμα, Πρίσμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prisme" σε Ελληνικά.
prisme
-
πρίσμα
noun neuterVi er tilbøyelige til å betrakte vår personlige ulykke gjennom pessimismens forvrengte prisme.
Έχουμε την τάση να βλέπουμε τις προσωπικές μας ατυχίες μέσω του διαστρεβλωμένου πρίσματος της απαισιοδοξίας.
-
Πρίσμα
Layard på 1800-tallet avdekket et prisme som kalles «Sankeribs sylinder».
Λέηαρντ ανακάλυψε αυτό που είναι γνωστό ως Πρίσμα του Βασιλιά Σενναχειρείμ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prisme " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη