Μετάφραση του "resource" σε Ελληνικά

Το πόρος είναι η μετάφραση του "resource" σε Ελληνικά.

resource
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πόρος

    noun masculine

    Vi har «en kultur som noen ganger forherliger uærlighet,» sier Gary Edwards, lederen for Ethics Resource Center.

    Όπως παρατηρεί ο Γκάρι Έντουαρντς, πρόεδρος του Κέντρου Δεοντολογικών Πόρων, έχουμε «μια κοινωνία η οποία μερικές φορές εξυμνεί την ανεντιμότητα».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " resource " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "resource" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "resource" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη