Μετάφραση του "rop" σε Ελληνικά

Το κραυγή είναι η μετάφραση του "rop" σε Ελληνικά.

rop γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • κραυγή

    noun feminine

    Idet fienden begynner å bryte gjennom bymurene, vil ’et rop lyde mot fjellet’.

    Καθώς ο εχθρός θα αρχίσει να διαρρηγνύει τα τείχη της πόλης, θα ακουστεί μια «κραυγή προς το βουνό».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rop" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κράζω · κραυγάζω · ξεφωνίζω · ουρλιάζω · σκούζω · φωνάζω · φωνασκώ · ωρύομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη