Μετάφραση του "ror" σε Ελληνικά
Οι πηδάλιο, τιμόνι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ror" σε Ελληνικά.
ror
γραμματική
-
πηδάλιο
noun neuterDen hadde verken baug eller akterstavn, verken kjøl eller ror – ingen buede eller krumme linjer.
Δεν είχε πλώρη ή πρύμνη, καρίνα ή πηδάλιο, ούτε καμπύλες ή κυρτές επιφάνειες.
-
τιμόνι
noun neuterKapteinen stiller seg på sin post ved akterstavnen, hvor han manøvrerer farkosten ved hjelp av seilet og roret.
Ο καπετάνιος μας παίρνει τη θέση του στην πρύμνη, από όπου ελέγχει το πανί και το τιμόνι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ror " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ror" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γαλήνη
-
κωπηλάτης
-
αναγνώριση · διασημότητα · δόξα · κύρος · τιμή · φήμη
-
αγωγός · κάλαμος · καλάμι · πίπα · σωλήνα
-
ειρήνη · ησυχία · κωπηλατώ · σιγή · σιωπή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη