Μετάφραση του "skepsis" σε Ελληνικά

Το δυσπιστία είναι η μετάφραση του "skepsis" σε Ελληνικά.

skepsis
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • δυσπιστία

    noun feminine

    Min skepsis avtok etter hvert som den religiøse uvitenhets skjell begynte å falle fra øynene mine.

    Η δυσπιστία μου εξασθένησε καθώς τα λέπια της θρησκευτικής άγνοιας άρχισαν να πέφτουν από τα μάτια μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " skepsis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "skepsis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη