Μετάφραση του "skeptiker" σε Ελληνικά

Οι σκεπτικίστρια, σκεπτικιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "skeptiker" σε Ελληνικά.

skeptiker
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • σκεπτικίστρια

    noun

    Skeptikeren ble en troende den kvelden.

    Η σκεπτικίστρια πίστεψε εκείνη την νύχτα.

  • σκεπτικιστής

    noun

    Jeg ble en ulykkelig skeptiker, agnostiker og evolusjonist.

    Έγινα ένας δυστυχής σκεπτικιστής, αγνωστικιστής και οπαδός της εξελίξεως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " skeptiker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "skeptiker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη