Μετάφραση του "smerte" σε Ελληνικά

Οι πόνος, άλγος, θλίψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "smerte" σε Ελληνικά.

smerte γραμματική

Å gjøre vondt

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πόνος

    noun masculine

    sensorisk opplevelse som forbindes med skade

    Tidlige symptomer på sykdommen er smerter og muskelkramper.

    Τα πρώτα συμπτώματα της αρρώστιας περιλαμβάνουν πόνους και μυϊκούς σπασμούς.

  • άλγος

    noun neuter
  • θλίψη

    noun feminine

    De er isteden fylt av forvirring og smerte, sløv lengsel, håpløs sult.

    Απεναντίας είναι γεμάτα θλίψη που συνοδεύεται από αμηχανία, βουβό πόνο και απελπιστική πείνα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λύπη
    • πικρία
    • πονώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " smerte " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "smerte" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη