Μετάφραση του "smidighet" σε Ελληνικά

Το ευκινησία είναι η μετάφραση του "smidighet" σε Ελληνικά.

smidighet
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ευκινησία

    noun

    Men det som dette lille dyret mangler i størrelse, tar det igjen i smidighet og raskhet.

    Αλλά το σβέλτο αυτό ζώο έχει τρομερή ευκινησία και ταχύτητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " smidighet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "smidighet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "smidighet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη