Μετάφραση του "stol" σε Ελληνικά

Οι καρέκλα, Καρέκλα, έδρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stol" σε Ελληνικά.

stol masculine γραμματική

møbel

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • καρέκλα

    noun feminine

    Έπιπλο που αποτελείται από κάθισμα, πόδια, στήριγμα για την πλάτη, ενίοτε και για τα μπράτσα, πάνω στο οποίο μπορεί κάποιος να καθίσει.

    Den er under stolen.

    Είναι κάτω από την καρέκλα.

  • Καρέκλα

    Den er under stolen.

    Είναι κάτω από την καρέκλα.

  • έδρα

    noun feminine

    Agent Keen satte deg den i hete stolen.

    Agent Keen σας βάλει απευθείας στην καυτή έδρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "stol"

Φράσεις παρόμοιες με "stol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη