Μετάφραση του "stolthet" σε Ελληνικά

Οι περηφάνια, υπερηφάνεια, αξιοπρέπεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stolthet" σε Ελληνικά.

stolthet γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • περηφάνια

    noun feminine

    Vi blir ofte sinte fordi vår stolthet er blitt krenket, eller på grunn av en annen menneskelig svakhet.

    Εμείς συνήθως θυμώνουμε, επειδή πληγώθηκε η περηφάνια μας ή εξαιτίας κάποιας άλλης ανθρώπινης αδυναμίας.

  • υπερηφάνεια

    noun feminine

    Ellers kan forfengelighet, stolthet og andre lite tiltalende egenskaper slå rot i hjertet.

    Ειδάλλως, μπορεί να γεννήσει ματαιοδοξία, υπερηφάνεια και άλλα άσχημα χαρακτηριστικά της καρδιάς.

  • αξιοπρέπεια

    noun feminine

    Hvor tok Sheilas stolthet veien? Om hun noensinne hadde en.

    Δεν ξέρω πού έχει πάει η αξιοπρέπεια της Σίλα, ή αν είχε όντως εξαρχής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εγωισμός
    • οίηση
    • περιφρόνηση
    • υπεροψία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stolthet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stolthet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη