Μετάφραση του "stoppe" σε Ελληνικά

Οι στάση, απόφραξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stoppe" σε Ελληνικά.

stoppe

stanse, bli stående [..]

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • στάση

    noun feminine

    Hvis de lukter lunta, kommer purken uansett nar og hvor det matte stoppe.

    Αν ξύπνησαν, θα είχαμε μπάτσους σε κάθε στάση.

  • απόφραξη

    noun

    Det betyr at en lege tror at det er en stopp i tarmen.

    Σημαίνει ότι κάποιος τυχαίος γιατρός ακαθόριστου επιπέδου νομίζει ότι ο ασθενής έχει εντερική απόφραξη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stoppe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stoppe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • στάση λεωφορείου
  • ακινησία · στάση
  • Διακοπή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stoppe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη