Μετάφραση του "stopp" σε Ελληνικά
Οι ακινησία, στάση, Διακοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stopp" σε Ελληνικά.
stopp
-
ακινησία
noun -
στάση
noun feminineHvis de lukter lunta, kommer purken uansett nar og hvor det matte stoppe.
Αν ξύπνησαν, θα είχαμε μπάτσους σε κάθε στάση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stopp " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Stopp
-
Διακοπή
Stopp beregning av størrelsen på sikkerhetskopien
Διακοπή εκτίμησης μεγέθους αντιγράφου ασφαλείας
Φράσεις παρόμοιες με "stopp" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στάση λεωφορείου
-
απόφραξη · στάση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη