Μετάφραση του "streve" σε Ελληνικά

Οι αγώνας, αγωνίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "streve" σε Ελληνικά.

streve
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αγώνας

    noun masculine

    ▪ Dagliglivets bekymringer og strev fortrenger tanken på framtiden.

    ▪ Η ανησυχία και ο αγώνας για την καθημερινή ζωή αναστέλλει τις σκέψεις για το μέλλον.

  • αγωνίζομαι

    verb

    strever jeg med å forklare sønnen min...

    Και τώρα αγωνίζομαι να βρω τα λόγια να πω στο γιο μου...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " streve " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "streve" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγώνας · αναζήτηση · μεγάλη προσπάθεια · πάσχισμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "streve" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη