Μετάφραση του "strid" σε Ελληνικά

Οι αλληλοσπαραγμός, διαμάχη, διαπάλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strid" σε Ελληνικά.

strid
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αλληλοσπαραγμός

    noun masculine
  • διαμάχη

    noun feminine

    Vanligvis nøyer de seg ikke bare med det, og da skaper de strid. — Ordspr.

    Ναι, δεν σταματά συνήθως σ’ αυτό το σημείο· και όταν δεν σταματά, προκαλεί διαμάχη.—Παροιμ.

  • διαπάλη

    noun feminine

    Striden mellom religioner tok nå til etter vannflommen.

    Η διαπάλη των θρησκειών άρχισε τώρα μετά τον Κατακλυσμό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ασυμφωνία
    • διαφωνία
    • σύγκρουση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " strid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "strid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "strid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη