Μετάφραση του "talsmann" σε Ελληνικά

Οι συνήγορος, υπέρμαχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "talsmann" σε Ελληνικά.

talsmann
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • συνήγορος

    noun masculine

    Fordi noen av deres talsmenn sier at disse stoffene ’bringer en nærmere Gud’.

    Διότι οι ίδιοι οι συνήγοροι των ναρκωτικών λέγουν ότι τα ναρκωτικά είναι ‘ένας τρόπος να πάμε πιο κοντά στον Θεό.’

  • υπέρμαχος

    noun masculine

    Først er jeg talsmann for regulering av nedbørsfeltet, så blir jeg kompis med boreindustrien?

    Πρώτα είμαι υπέρμαχος της οικολογικής λύσης του φράγματος, και μετά εμφανίζομαι ξαφνικά να υποστηρίζω τις γεωτρήσεις;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " talsmann " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "talsmann" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη