Μετάφραση του "tam" σε Ελληνικά

Το ήμερος είναι η μετάφραση του "tam" σε Ελληνικά.

tam
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ήμερος

    adjective masculine

    I fangenskap kan nebbdyret på den annen side bli like tam som en valp.

    Ωστόσο, όταν βρίσκεται σε αιχμαλωσία, ο πλατύποδας μπορεί να είναι ήμερος σαν ένα σκυλάκι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tam " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

TAM

TAM (stridsvogn)

+ Προσθήκη

"TAM" στο λεξικό Νορβηγικά Μποκμάλ - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το TAM στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tam" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη