Μετάφραση του "tidsperiode" σε Ελληνικά

Οι διάρκεια, χρονική διάρκεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tidsperiode" σε Ελληνικά.

tidsperiode
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • διάρκεια

    noun feminine

    For det tredje måtte forholdene eller symptomene til sammen stadig bli verre i løpet av denne tidsperioden.

    Τρίτον, οι συνδυασμένες συνθήκες ή συμπτώματα θα έπρεπε να χειροτερεύουν προοδευτικά στη διάρκεια αυτής της περιόδου.

  • χρονική διάρκεια

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tidsperiode " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tidsperiode" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tidsperiode" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη