Μετάφραση του "tidsrom" σε Ελληνικά
Οι διάρκεια, ιστορική περίοδος, καιρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tidsrom" σε Ελληνικά.
tidsrom
-
διάρκεια
noun feminineI løpet av dette avgrensede tidsrom skulle forholdene i verden bli stadig vanskeligere.
Στη διάρκεια αυτού του περιωρισμένου μήκους παγκόσμια γεγονότα πρόκειται να διαμορφωθούν με ταχύτητα προς ένα αποκορύφωμα.
-
ιστορική περίοδος
noun -
καιρός
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συνεχής περίοδος
- χρονική διάρκεια
- χρόνος
- ώρα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tidsrom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "tidsrom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περίοδος ηλεκτρονικής συντήρησης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη