Μετάφραση του "tilfeldig" σε Ελληνικά

Οι τυχαίος, ανεξάρτητος, απομονωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tilfeldig" σε Ελληνικά.

tilfeldig
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • τυχαίος

    adjective masculine

    En kelner som knuller min kone på min restaurant, er ikke tilfeldig.

    Ένας σερβιτόρος που πηδάει την γυναίκα μου σε ένα εστιατόριο που εγώ έχω χτίσει, δεν είναι τυχαίος.

  • ανεξάρτητος

    adjective masculine
  • απομονωμένος

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • από σύμπτωση
    • μεμονωμένος
    • περιστασιακός
    • συμπτωματικά
    • τυχαία
    • τυχαίως
    • χωριστός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tilfeldig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tilfeldig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tilfeldig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη