Μετάφραση του "tilfeldighet" σε Ελληνικά

Οι ατύχημα, δυστύχημα, τύχη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tilfeldighet" σε Ελληνικά.

tilfeldighet
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ατύχημα

    noun neuter

    Det føles bra ut nå at en tilfeldighet med forelegg vil gjøre ting riktige igjen.

    Φαίνεται ωραίο τώρα ότι ένα προσχεδιασμένο ατύχημα θα διορθώσει τα πράγματα και πάλι.

  • δυστύχημα

    noun

    Tilfeldigheter — ikke skjebnen

    Τα Δυστυχήματα Δεν Είναι Αναπόφευκτα

  • τύχη

    noun feminine

    Hvis studiekvelden bare blir prisgitt tilfeldighetene, kommer ikke hensikten med denne ordningen til å bli oppnådd.

    Αν αφήνετε αυτή τη διευθέτηση στην τύχη, τότε δεν θα επιτευχθούν οι επιθυμητοί σκοποί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tilfeldighet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tilfeldighet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • περίσταση · συγκυρία · σύμπτωση · τύχη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tilfeldighet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη