Μετάφραση του "toleranse" σε Ελληνικά
Οι ανεκτικότητα, ανοχή, Ανεκτικότητα - Ανοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "toleranse" σε Ελληνικά.
toleranse
-
ανεκτικότητα
noun feminineNoen ganger viser vi for lite toleranse, andre ganger for mye.
Μερικές φορές δείχνουμε ελάχιστη ανεκτικότητα· άλλες φορές, υπερβολική.
-
ανοχή
noun feminineVår toleranse for andre livsformer strekker seg ikke utover de to arm, to ben variasjon.
Η ανοχή μας για άλλες μορφές ζωής δεν εκτείνεται πέρα από την ποικιλία δυο χέρια, δυο πόδια.
-
Ανεκτικότητα - Ανοχή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " toleranse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη