Μετάφραση του "tolk" σε Ελληνικά
Οι διερμηνέας, μεταφραστής, διερμηνευτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tolk" σε Ελληνικά.
tolk
-
διερμηνέας
noun commonπρόσωπο που μεταφράζει τα λεγόμενα άλλου/ων προσώπων
En som tolker et offentlig foredrag, kan også rapportere tiden.
Το ίδιο μπορεί να κάνει και ο διερμηνέας μιας δημόσιας ομιλίας.
-
μεταφραστής
noun masculineHan ble min nære medarbeider og tolk under mitt opphold i Nyasaland.
Αυτός έγινε στενός σύντροφος και μεταφραστής μου στη διάρκεια της παραμονής μου στη Νιασαλάνδη.
-
διερμηνευτής
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tolk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "tolk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διερμηνεύω
-
χρειάζομαι ένα διερμηνέα · χρειάζομαι διερμηνέα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη