Μετάφραση του "trell" σε Ελληνικά

Οι δούλος, σκλάβος, δουλοπάροικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trell" σε Ελληνικά.

trell
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • δούλος

    noun masculine

    En mann skulle ikke for alltid trelle under et eller annet ubehagelig rutinearbeid.

    Ο άνθρωπος δεν ήταν μόνιμος δούλος κάποιας αντιπαθητικής ρουτίνας.

  • σκλάβος

    noun masculine

    Jeg ble tatt til trell av Mohawkene som kjempet for Den gråhårede.

    Έγινα σκλάβος των Μόχωκ που πολεμούν με τον Γκριζομάλλη.

  • δουλοπάροικος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trell " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trell" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη