Μετάφραση του "tristhet" σε Ελληνικά
Οι θλίψη, λύπη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tristhet" σε Ελληνικά.
tristhet
masculine
-
θλίψη
noun feminineEn mann synger en trist sang, så kjenner han tristheten.
Αυτός που τραγουδά ένα θλιβερό τραγούδι ξέρει από θλίψη.
-
λύπη
noun feminineDisse foreldrene er ikke plaget av skyldfølelse og av innestengt tristhet og tapsfølelse.
Αυτοί οι γονείς δεν βασανίζονται από ενοχές ή από ένα μόνιμο αίσθημα λύπης και απώλειας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tristhet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Εικόνες με "tristhet"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη