Μετάφραση του "triumf" σε Ελληνικά

Οι θρίαμβος, θριαμβεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "triumf" σε Ελληνικά.

triumf
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • θρίαμβος

    noun masculine

    Det er dette vi har lært å tro om vitenskapens triumfer.

    Αυτό είναι εκείνο που μας δίδαξαν να πιστεύουμε σχετικά με τους θριάμβους της επιστήμης.

  • θριαμβεύω

    verb

    Kortvarig triumf for rettferdigheten

    η δικαιοσύνη θριαμβεύει—μόνο για λίγο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " triumf " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "triumf" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη