Μετάφραση του "troskap" σε Ελληνικά

Το αφοσίωση είναι η μετάφραση του "troskap" σε Ελληνικά.

troskap
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αφοσίωση

    noun feminine

    Og før ham hadde andre vist den samme ubrytelige troskap overfor Gud.

    Και άλλοι άνθρωποι πριν απ’ αυτόν είχαν δείξει την ίδια αδιάσπαστη αφοσίωση στον Θεό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " troskap " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "troskap" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη