Μετάφραση του "trost" σε Ελληνικά

Οι κίχλη, τσίχλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trost" σε Ελληνικά.

trost
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • κίχλη

    noun feminine
  • τσίχλα

    noun feminine

    En trost som trekker, kan på lignende måte miste nesten halvparten av kroppsvekten på en ti timers flytur.

    Παρόμοια, μια αποδημητική τσίχλα μπορεί να χάσει σχεδόν το μισό βάρος της σε μια δεκάωρη πτήση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trost " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trost" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη