Μετάφραση του "utgift" σε Ελληνικά
Οι δαπάνη, έξοδο, δαπάνες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "utgift" σε Ελληνικά.
utgift
-
δαπάνη
noun feminineDet å forlate sin arvejord og flytte til Jerusalem kan ha medført visse utgifter og enkelte ulemper.
Το ότι άφησαν κληρονομημένες περιουσίες και μετακόμισαν στην Ιερουσαλήμ αυτό οδήγησε σε κάποια δαπάνη και σε ορισμένα μειονεκτήματα.
-
έξοδο
noun ουδέτεροLikevel vil det å være borte fra hjemmet i fire dager innebære visse utgifter.
Το να περάση κάποιος ακόμα και πέντε μέρες μακρυά από το σπίτι του απαιτεί μερικά έξοδα.
-
δαπάνες
nounAngi andre mulige utgifter knyttet til gjennomføringen av prosjektet.
Αναφέρετε τυχόν άλλες δαπάνες που συνδέονται με την υλοποίηση του σχεδίου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " utgift " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "utgift" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δημόσιες δαπάνες
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη