Μετάφραση του "utholdenhet" σε Ελληνικά
Το αντοχή είναι η μετάφραση του "utholdenhet" σε Ελληνικά.
utholdenhet
-
αντοχή
noun feminineNoen ganger kan vi be Gud om å lykkes, og han gir oss fysisk og psykisk utholdenhet.
Μερικές φορές μπορεί να ζητούμε από τον Θεό επιτυχία και μας δίνει σωματική και πνευματική αντοχή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " utholdenhet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη