Μετάφραση του "utilgivelig" σε Ελληνικά

Οι αδικαιολόγητος, ασυγχώρητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "utilgivelig" σε Ελληνικά.

utilgivelig
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αδικαιολόγητος

    adjective
  • ασυγχώρητος

    Adjective

    Og etter South Beach, er det ganske utilgivelig.

    Και μετά από όσα συνέβησαν στην South Beach, είμαι ασυγχώρητος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " utilgivelig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "utilgivelig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη