Μετάφραση του "utnyttelse" σε Ελληνικά

Το εκμετάλλευση είναι η μετάφραση του "utnyttelse" σε Ελληνικά.

utnyttelse
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • εκμετάλλευση

    noun

    Det finnes også lover som er utformet for å beskytte familiemedlemmer mot mishandling og utnyttelse.

    Υπάρχουν επίσης νόμοι που αποσκοπούν στην προστασία των μελών της οικογένειας από κακομεταχείριση και εκμετάλλευση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " utnyttelse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "utnyttelse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "utnyttelse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη