Μετάφραση του "utstrekning" σε Ελληνικά

Οι έκταση, διαστάσεις, μέγεθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "utstrekning" σε Ελληνικά.

utstrekning noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • έκταση

    noun feminine

    I hvilken utstrekning de vil klare å forbli et eget folk, gjenstår ennå å se.

    Σε ποια έκταση θα παραμείνουν άθικτοι σαν λαός είναι κάτι που εναπομένει να το δούμε.

  • διαστάσεις

    noun feminine
  • μέγεθος

    noun neuter

    Den enkelte tilbeder vet selv best i hvor stor utstrekning Gud har velsignet ham.

    Ποιος γνωρίζει καλύτερα από τον ίδιο τον λάτρη ατομικά το μέγεθος της ευλογίας του Θεού επάνω του;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χώρος
    • όγκος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " utstrekning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "utstrekning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη