Μετάφραση του "utstyr" σε Ελληνικά
Οι εξοπλισμός, σύνεργα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "utstyr" σε Ελληνικά.
utstyr
-
εξοπλισμός
noun masculineting som trengs for å utøve en bestemt aktivitet
Det nødvendige utstyret til rengjøringen bør være for hånden.
Τα εφόδια και ο εξοπλισμός πρέπει να είναι διαθέσιμα για να χρησιμοποιούνται στον καθαρισμό.
-
σύνεργα
noun neuterVed hjelp av spader og annet utstyr klarte vi å grave fram noen av dem.
Εξοπλισμένοι με φτυάρια και άλλα σύνεργα μπορέσαμε να απεγκλωβίσουμε μερικούς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " utstyr " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "utstyr" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ηλεκτροτεχνικός εξοπλισμός
-
οπτικοακουστικός εξοπλισμός
-
στρατιωτικό υλικό
-
θερμικός εξοπλισμός
-
Κατσαρόλα
-
εγκατάσταση υγιεινής
-
εξοπλισμός
-
εξοπλίζω · εφοδιάζω · προμηθεύω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη