Μετάφραση του "vei" σε Ελληνικά

Οι δρόμος, οδός, διαδρομή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vei" σε Ελληνικά.

vei γραμματική

Smal strekning med hard bakke, hvor man kjører fra ett sted til ett annet.

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • δρόμος

    noun masculine

    διαδρομή, οδός στην ξηρά μεταξύ δύο περιοχών [..]

    Jeg traff en hund på veien hjem.

    Συνάντησα έναν σκύλο στο δρόμο προς το σπίτι.

  • οδός

    noun feminine

    Denne fullkomne, himmelske regjering er imidlertid det middel hvorved menneskene vil finne veien tilbake til fred i paradiset.

    Η οδός για την επάνοδο στην ειρήνη του Παραδείσου είναι μέσω αυτής της τελείας ουρανίας κυβερνήσεως.

  • διαδρομή

    noun feminine

    Det renner utfor og tar den letteste veien.

    Κυλάει και ταξιδεύει προς τη διαδρομή με την λιγότερη αντίσταση.

  • πορεία

    noun

    Smal strekning med hard bakke, hvor man kjører fra ett sted til ett annet.

    Dessverre har den andre sønnen vår ikke fortsatt på den kristne vei, som vi ledet ham inn på.

    Δυστυχώς, ο άλλος μας γιος δεν παρέμεινε στη Χριστιανική πορεία στην οποία τον κατευθύναμε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vei " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vei" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vei" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη